Στα 200 χιλιάρικα η αμοιβή για την σύλληψη του Δαλαμάγκα


Ο 55χρονος Τζέιμς Δαλαμάγκας συνελήφθη την Κυριακή, 7 Ιουνίου 2026, στο Αίγιο, βάζοντας τέλος σε μια διεθνή καταδίωξη 27 ολόκληρων ετών από τις αρχές της Αυστραλίας και την Interpol.
Ο Eλληνοαυστραλός φυγάς καταζητούνταν για τη δολοφονία του ομογενή Γιώργου Γιαννόπουλου (πατέρα δύο παιδιών) το 1999, τον οποίο μαχαίρωσε θανάσιμα σε νυχτερινό κέντρο στο Μπέλμορ του Σίδνεϊ. 

Κυκλοφορούσε με το όνομα «Αντώνης Τζίμας» και δήλωνε αγρότης, καλλιεργώντας εκτάσεις στην περιοχή της Αιγιάλειας Αχαΐας.
Ζούσε σε ένα σπίτι-οχύρωμα που περιβαλλόταν από ψηλούς τοίχους και επιθετικά σκυλιά.
Εντοπίστηκε κατά τη διάρκεια τυχαίου ή στοχευμένου ελέγχου των αρχών, όπου αρχικά έδωσε τα ψεύτικα στοιχεία του. Ωστόσο, η αστυνομία τον είχε θέσει υπό τριήμερη παρακολούθηση.
Ένα από τα στοιχεία που τον πρόδωσαν και επιβεβαίωσαν την ταυτότητά του ήταν ένα χαρακτηριστικό τατουάζ που έγραφε «Μολών λαβέ».

Κατά τη σύλληψή του, ο Δαλαμάγκας φέρεται να δήλωσε στους αστυνομικούς πως «όλα είναι μια πλεκτάνη» εναντίον του και αρνείται τις κατηγορίες, καθώς και την έκδοσή του στην Αυστραλία. Στην κατοχή του βρέθηκαν κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, καθώς και αιχμηρά αντικείμενα (όπως μια βαλλίστρα και μαχαίρια). Παράλληλα, συνελήφθησαν ο πατέρας του και η σύντροφός του με την κατηγορία της υπόθαλψης εγκληματία.
Στην τοπική κοινωνία της Αιγιαλείας, ο 55χρονος παρουσιαζόταν ως ένας ομογενής που είχε επιστρέψει από την Αυστραλία για λόγους υγείας.

Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, ισχυριζόταν ότι έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα και ότι επέλεξε να εγκατασταθεί στην ελληνική ύπαιθρο αναζητώντας καθαρό αέρα και καλύτερη ποιότητα ζωής.

Οι γείτονές του αναφέρουν ότι διατηρούσε χαμηλό προφίλ, χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές επαφές, ενώ περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας ασχολούμενος με τα κτήματά του και τις ελιές. Παράλληλα, είχε δημιουργήσει μια σταθερή προσωπική ζωή. Ζούσε με τη σύντροφό του, μια φιλόλογο και καθηγήτρια που εργαζόταν στην περιοχή του Αιγίου και ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στην τοπική κοινωνία.

Το έγκλημα στο Σίδνεϊ και η φυγή στην Ελλάδα
Η υπόθεση ανάγεται στο 1999, όταν ο Ελληνοαυστραλός Γιώργος Γιαννόπουλος έχασε τη ζωή του στο Σίδνεϊ.

Σύμφωνα με τις αυστραλιανές αρχές, το θύμα επιχείρησε να παρέμβει σε έντονο επεισόδιο που είχε ξεσπάσει μεταξύ θαμώνων νυχτερινού καταστήματος. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι και υπέκυψε στα τραύματά του.

Οι έρευνες οδήγησαν στον Τζέιμς Δαλαμάγκα, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης μόλις μία ημέρα μετά το έγκλημα.

Ωστόσο, ο ύποπτος είχε ήδη εγκαταλείψει την Αυστραλία και είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, αποφεύγοντας για χρόνια τον εντοπισμό του.

Οι αυστραλιανές αρχές δεν σταμάτησαν να τον αναζητούν, με αποτέλεσμα το όνομά του να παραμείνει στις λίστες καταζητούμενων της Interpol για περισσότερες από δύο δεκαετίες.

Η Αστυνομία της Νέας Νότιας Ουαλίας και η Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Αυστραλίας είχαν επικηρύξει τον Τζέιμς Δαλαμάγκα (James Dalamangas) προσφέροντας αμοιβή ύψους 200.000 δολαρίων Αυστραλίας (το ισοδύναμο των περίπου 123.000) για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στη σύλληψή του
Η σύλληψη έγινε την τελευταία στιγμή, καθώς πλησίαζε η συμπλήρωση της 25ετούς παραγραφής του αδικήματος σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Νεότερη Παλαιότερη