"Η Κοκκινοσκουφίτσα έφταιγε" : Χωρίς σκύψιμο δεν μετριέται η υποταγή


Από την κακομεταχείριση λιποθυμούσε
Δεκαετία του εξήντα.
Στην περιοχή ένας δρόμος μάς χώριζε.

Διαλέγω τρεις στίχους από την «Ντουλάπα» της Αλεξάνδρας Μπακονίκα της συλλογικής έκδοσης Η Κοκκινοσκουφίτσα έφταιγε, με τους Κλεονίκη Δρούγκα, Χάρη Μελιτά, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Θανάση Μπιλιλή, και τις φωτογραφίες της Δέσποινας Αποστολίδου και του Στέλιου Κατερίνη που με αφετηρία την απόγνωσή τους για όσα σηματοδοτούν την εκδηλωμένη βία μέσα στην οικογένεια και το περιβάλλον, κατά των γυναικών, φέρνει στο προσκήνιο ένα δυσβάστακτο κοινωνικό φαινόμενο με προεκτάσεις οικονομικές, φυλετικές, εθνικές, μορφωτικές, ιστορικές: σεξουαλική – σωματική – ψυχολογική βία, εμπορία ανθρώπων και βέβαια τη σχέση θύτη θύματος. Βία στο σπίτι, στον δρόμο, στο επαγγελματικό περιβάλλον, βία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο.
Στο σπίτι μας θα γίνει φόνος,/ ο θύτης, ερεβώδης σαν εωσφόρος, τον έχει στα σκαριά./ Στο σπίτι μας εξυφαίνεται η πιο μαύρη κόλαση, γράφει η Αλεξάνδρα Μπακονίκα στο «Τελικό χτύπημα».
Και η Κλεονίκη Δρούγκα διαλέγει τον μύθο της Κοκκινοσκουφίτσας, με τον συμβολισμό ακόμη και του κόκκινου χρώματος που ρέει στο αίμα αλλά και εκτινάσσεται ως σήμα και αποτέλεσμα, για να μας πει για το δάσος που ήτανε πυκνό/ για τους ξυλοκόπους που τίποτα δεν άκουσαν/ για τον λύκο που ήταν κακός/ για το μάνταλο που εύκολα άνοιξε… Να μιλήσει για το παραμύθι, τον φταίχτη και το φταίξιμο.

Παρενθετική και συμβολική η γραφή των ποιητών, επίσης σε παρένθεση κάποιοι στίχοι της Δρούγκα αφού συνήθως στις παρενθέσεις κρύβονται τα δύσκολα και ανομολόγητα:
(Αγέλες γύρω οι λύκοι τρέχουνε τα σάλια τους).
Όχι, να μη μιλήσεις.
(Ωραία δείχνεις την ώρα που καίγεσαι)
(Πρόστυχη νίκη μια πεθαμένη να κρατάς)
(Αυτό το μυστικό στον τάφο θα το πάρω)
(γυναίκα στην Ανατολή)
Εκτός παρενθέσεως η υπογραφή Η Λευτέρης στο ποίημα «Αντωνυμίες».

Κυρίαρχο, ανομολόγητα, το χρώμα γκρι αφού τα πάντα γύρω μας είναι γκρίζα, τα δειλινά, η θάλασσα στα πτώματα γεμάτη, χρόνια τώρα στη Μεσόγειο που μετατρέπεται σε Ομηρική νέκυα –η κάθοδος στον Άδη– όπου στην ποίηση της Κλεονίκης Δρούγκα παίρνει χαρακτηριστικά γυναίκας και εύστοχα μεταβάλλεται σε «γυ–νέκυια».

Η μέρα της γυναίκας που δεν ξημερώνει (γράφει ο Χάρης Μελιτάς) ένας από τους ποιητές που μίλησαν από καιρό για όλο αυτό το μεγάλο κοινωνικό φαινόμενο. Που βέβαια απαντάται στη μονήρη, παρά τα πολυδιαφημιζόμενα μέσα επικοινωνίας Ευρώπη, ιδίως σε εποχές οικονομικής και συνακόλουθα κοινωνικής αποσάθρωσης και συνάμα υποστολής αξιών και κωδίκων επικοινωνίας. Αλλά και στην Ασία, την Αφρική εξαιτίας πολιτισμικών δυσλειτουργικών προτύπων και ανισοτήτων που αιώνες τώρα μαστίζουν χώρες και λαούς. Δεν ξέρω αν το καταφέρνει η τέχνη όμως όταν οι άνθρωποι καίγονται δεν μπορείς να αντικρίσεις/αντικρούσεις το μαρτύριο. Τότε καταφεύγεις σε συμβολισμούς. Δεν υπεκφεύγεις απλώς αναζητάς να αναδείξεις με λέξεις, ήχους εικόνες όσα μπορεί ο καθένας να αντέξει. Η βία δεν έχει γένος είναι απότοκος της απόγνωσης και νομίζω πως αυτή τη σημειολογία της απόγνωσης προσπαθεί να αποτυπώσει το βιβλίο κι εντέλει να αλλάξει τους κανόνες της ζωής, του περιβάλλοντος και της εποχής κατά το Καρυωτακικό: Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,/ γυρεύοντας ομοιοκαταληξία./ Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές/ τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,/ Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,/ κι αν ξενυχτούμε κάτου απ’ τα γεφύρια,/ επέσαμε θύματα εξιλαστήρια/ του «περιβάλλοντος», της «εποχής».
Ας σταθούμε λοιπόν στις «Κεχαριτωμένες» Μαρίες του Μελιτά –όνομα του συρμού στη συμβολική ιερότητά του: Κι αύριο σαν Μαρίες διπλανές/ από τις 6 στο μετρό ξενυχτισμένες/ να σκέφτονται πλυντήριο και σιδέρωμα/ και προπαντός εκείνον τον λεκέ/ που όσο κι αν τον τρίβουνε δεν βγαίνει.
Και ασφαλώς στα «ψοφίμια» όπου ο λόγος του σκληρός και άμεσος: Είμαι γυναίκα ρε σου λέω/ τι φοβάσαι;/ Πυροβόλησε./ Γαμώ τα παντελόνια σας ψοφίμια.
Ο Θανάσης Μπιλιλής συμπληρώνει με τη δική του γραφή, που θα μπορούσε να ακουστεί/ διαβαστεί και ως ραπ. Όπως και λόγω ειδικότητας, άλλωστε έκανε και με άλλα ποιήματά του που έχει ήδη μελοποιήσει, όπως φαίνεται στο βιβλίο.
Στον «βιογραφικό μονόλογο» του Θανάση Μπιλιλή, όπως το συναντήσαμε ήδη και στην Αλεξάνδρα Μπακονίκα, κυριαρχεί, με την κοφτή στον στίχο του γραφή, η πρόθεση «υπό»: Υπο-μονή/ Υπο-χώρηση/ Υπο-ταγή.// Ήμουν η «δυνατή»/ αλλά / έχανα.// Νεκρή/ Πριν πεθάνω/ Έτρεμα/ Πάγωνα// Όταν πλέον έφτασα στην όχθη/ ήμουν δολοφονημένη// Απέναντί μου είχα/ ένα αστυνομικό τμήμα/ και μια/ εκκλησία.// Και τους τάφους των / γονιών μου./ ΥΠΟ…
Και στο ποίημα «Το τραγούδι των θυτών» διαβάζουμε τους στίχους: Πώς με σβήνεις άμα νιώσω/ Κυριακή,/ Όλγα,/ Γαρουφαλλιά,/ Βαγγέλη,/ Πηνελόπη…/ Θα σε σκοτώσω.
Οι έγχρωμες απόκοσμες δυσδιάκριτες μορφές σε άμυνα ή αναχώρηση της Δέσποινας Αποστολίδου, και οι ασπρόμαυρες φωτοσκιάσεις του Στέλιου Κατερίνη ολοκληρώνουν την κατάθεση του βιβλίου που έρχεται να προστεθεί στα όσα μέχρι σήμερα γίνονται και εξακολουθούν προκειμένου αύριο ο κόσμος μας να γίνει καλύτερος.
Κώστας Κρεμμύδας


Κλεονίκη Δρούγκα, Χάρης Μελιτάς, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Θανάσης Μπιλιλής, Η Κοκκινοσκουφίτσα έφταιγε, 
φωτογραφίες: Δέσποινα Αποστολίδου, Στέλιος Κατερίνης, Ποίηση-Φωτογραφίες, 
εκδ. Μανδραγόρας, 16Χ24, 8 Μαρτίου 2026, σελ. 48, αριθμ. έκδοσης: 439, ISBN 978-960-592-221-4, τιμή 10,60 ευρώ.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Νεότερη Παλαιότερη