
Την δική της εκδοχή για όσα συνέβησαν το μοιραίο βράδυ που η Μυρτώ έχασε τη ζωή της στην Κεφαλονιά, μετέφερε η μητέρα της 19χρονης.
Η συγκλονιστική κατάθεση της μητέρας της Μυρτώς, το τελευταίο «σ' αγαπώ» και ο δραματικός τρόπος που έμαθε για τον θάνατο του παιδιού της
Η μητέρα της 19χρονης κατέθεσε ότι το μοιραίο βράδυ οι τρεις «ήθελαν να την εκμεταλλευτούν σεξουαλικά, να την βιντεοσκοπήσουν για να την εκβιάσουν»
- «Πρόσωπα από το φιλικό μου περιβάλλον μου είπαν ότι η Μυρτώ είχε τσακωθεί μέσω σόσιαλ με την τρανς κι εκείνη είχε ορκιστεί να την σκοτώσει»
Συγκλονιστική είναι η κατάθεση της μητέρας της Μυρτώς για το πώς έμαθε ότι η κόρη της άφησε την τελευταία της πνοή, για τα όσα έγιναν το μοιραίο βράδυ της 14ης Απριλίου 2026 στο Αργοστόλι αλλά και τη σχέση της με τη 19χρονη, όπως τη δημοσιεύει αποκλειστικά το protothema.gr.
«Η Μυρτούλα μου ήταν ταπεινό παιδί»
Η μητέρα της Μυρτώς στην κατάθεσή της έκανε λόγο για ένα ταπεινό και ευγενικό κορίτσι που σπούδαζε βοηθός μικροβιολόγου σε ΙΕΚ στο Αργοστόλι.
«Η Μυρτούλα μου ήταν ένα παιδί ταπεινό, ευγενικό, ένα παιδί της εκκλησίας, φιλόζωη, παιδί του σπιτιού, δεν έβγαινε ιδιαίτερα έξω, μόνο το σκυλάκι της έβγαζε βόλτα καθημερινά, δεν έπινε. Όταν τελείωσε την τρίτη λυκείου εγώ και ο πατέρας της δεν θέλαμε να πάει στην Αθήνα για σπουδές γιατί ανησυχούσαμε για τους κινδύνους και την εγκληματικότητα της μεγαλούπολης. Δεν της το λέγαμε άμεσα για να μην την επηρεάσουμε. Από τις συζητήσεις που είχαμε σαν οικογένεια και επειδή μας άκουγε κι έλεγε ότι έχει τους καλύτερους γονείς, αποφάσισε και η ίδια να παραμείνει στην Κεφαλονιά και να συνεχίσει εδώ τις σπουδές της. Κι επειδή αγαπούσε το χώρο της υγείας, σκεφτόταν και να γίνει κοινωνική λειτουργός, ήθελα κι εγώ να της προσφέρω ό,τι καλύτερο, να έχει πτυχία, της έλεγα την μόρφωση δεν μπορεί να της την πάρει κανένας, αποφασίσαμε να σπουδάσει βοηθός μικροβιολόγου στο ΙΕΚ στο Αργοστόλι.
Φέτος ήταν η πρώτη της χρονιά, θα είχε άλλο ένα χρόνο στη σχολή της, μετά θα έκανε την πρακτική της, ήταν πολύ ευχαριστημένη με τη σχολή της. Κάθε μέρα πήγαινε και γύριζε από τη σχολή της με τον πατέρα της. Εκτός από τη φίλη της την Π. δεν έκανε κολλητή παρέα με κάποια άλλη φίλη ή φίλο. Πριν από ένα μήνα είχε ξεκινήσει να βγαίνει με τον Δ., σε όλο το διάστημα της γνωριμίας τους δεν έβγαινε καθημερινά, να είχαν βγει δέκα φορές το πολύ, τις τελευταίες μέρες είχε αραιώσει τις επαφές και τις εξόδους μαζί του».
«Εγώ γνώριζα ότι η Μυρτώ θα έβγαινε μια βόλτα με το αγόρι της»
Η ίδια κατέθεσε ότι το βράδυ της Δευτέρας του Πάσχα ήξερε ότι η Μυρτώ επρόκειτο να βγει για μια συνηθισμένη βόλτα με το αγόρι της, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι κάτι διαφορετικό θα συνέβαινε. Φεύγοντας για τη νυχτερινή της βάρδια στο νοσοκομείο, είδε το αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι, χωρίς ωστόσο να μιλήσει με τον φίλο της κόρης της.
«Τη Δευτέρα του Πάσχα γύρω στις 21:55 ήμασταν με τον μπαμπά της και οι τρεις στο σπίτι και ήρθε η Μυρτώ από το δωμάτιό της, μας ρώτησε αν ήταν ωραία ντυμένη, συζητήσαμε για τα ρούχα της, για το ντύσιμό της. Εγώ γνώριζα ότι επρόκειτο να βγει μια βόλτα με τον Δ., αλλά ο μπαμπάς της δεν το γνώριζε, ήταν πολύ αυστηρός κι έτσι δεν του είχαμε πει για της σχέση της Μυρτώς. Ο μπαμπάς της Μυρτώς ήταν υπερπροστατευτικός μαζί της, την έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο όταν έβγαινε βόλτα ή για ένα καφέ, να δει πώς είναι, αλλά και η Μυρτώ από την πλευρά της είχε τεράστια αδυναμία στον ίδιο.
Εκείνο το βράδυ 21:55 εγώ έφυγα από το σπίτι για να πάω στο νοσοκομείο για τη δουλειά μου, γιατί εργάζομαι ως αποκλειστική νοσοκόμα και έπιανα δουλειά στις 22:00 και βγαίνοντας από το σπίτι είδα το αυτοκίνητο του Δ., ο οποίος περίμενε τη Μυρτώ για να βγουν, ωστόσο δεν μιλήσαμε μεταξύ μας καθόλου, δεν τον γνώριζα καν. Εγώ αυτό που γνώριζα εκείνο το βράδυ ήταν ότι η Μυρτώ θα έβγαινε μια βόλτα κανονικά με τον Δ. και θα γύριζε σπίτι όπως κάθε φορά που έβγαινε».
Πώς έμαθε ότι είχε πεθάνει η κόρη της
Η ίδια περιγράφει και τη δραματική στιγμή που ενημερώθηκε για το θάνατο του παιδιού της.
«Το πρωί της 14-04-2026 είχα φύγει λίγο νωρίτερα από την εργασία μου και βρισκόμουν στο σπίτι. Εκείνη την ώρα μου τηλεφώνησε η κυρία Ν.Δ., η οποία είναι νοσηλεύτρια στο νοσοκομείο Αργοστολίου και ήταν τότε η υπεύθυνη βάρδιας. Μου είπε με αυστηρό ύφος ότι δεν μπορεί να μου πει από το τηλέφωνο το λόγο του τηλεφωνήματος και να πάω από το νοσοκομείο να μου πει από κοντά. Εγώ σκέφτηκα μήπως είχε συμβεί κάτι στο περιστατικό που φρόντιζα τη νύχτα και τη ρώτησα αν είχε συμβεί κάτι στην κυρία Σ. κι εκείνη μου επανέλαβε ότι δεν μπορεί να μου πει από το τηλέφωνο, μάλιστα με ξανακάλεσε μετά από τρία λεπτά και μου είπε να πάω γρήγορα στο νοσοκομείο. Εγώ ντύθηκα όπως όπως και πήγα γρήγορα στο νοσοκομείο. Όταν με ενημέρωσαν ότι δεν είχε συμβεί κάτι με την κυρία Σ., αμέσως πήγε το μυαλό μου στο παιδί μου, γιατί ο σύζυγός μου ήταν στο σπίτι. Είδα παγωμένα βλέμματα και σαν να με λυπόντουσαν και κατάλαβα ότι κάτι είχε συμβεί στο παιδί μου, αλλά δεν φαντάστηκα ότι είχε φύγει από τη ζωή. Πριν μου πουν οτιδήποτε, μου έδωσαν ηρεμιστικά χάπια και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι είπα στον γιατρό τον κύριο Δ. και την κυρία Λ. να κάνουν κάτι για να σώσουν το παιδί μου, να πάρουν τη δική μου καρδιά να την δώσουν σε εκείνη. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι έτρεξα αμέσως στο παιδί μου, θυμάμαι τα παγωμένα βλέμματα των γιατρών και ότι μου είπαν δυστυχώς, αλλά εγώ δεν ήθελα να πιστέψω ότι το παιδί μου είχε φύγει από τη ζωή».
«Δεν είχε δικό της τραπεζικό λογαριασμό»
Στην ίδια κατάθεση η μητέρα της Μυρτώς ξεκαθάρισε ότι η κόρη της δεν είχε δικό της λογαριασμό σε τράπεζα και πως έμπαινε στον δικό της, για αυτό και όπως είπε η 19χρονη ήξερε ότι η μητέρα της θα έβλεπε όλες τις οικονομικές της συναλλαγές οπότε θα τη ρωτούσε.
«Την είχα ορίσει συνδικαιούχο σε ένα δικό μου λογαριασμό, δεν είχε δικά της χρήματα, με τους δικούς μου κωδικούς e-banking μπορούσα να ελέγξω και τις δικές της κινήσεις και ποτέ η Μυρτώ δεν είχε συναλλαγές στο λογαριασμό της στο όνομά της. Η μόνη μεταφορά που είδα εκ των υστέρων, μετά τον θάνατό της, στο όνομά της ήταν 220 ευρώ και πιστεύω ότι η Μυρτώ δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί εκείνη τη νύχτα πως θα μου δικαιολογούσε αυτά τα χρήματα από αυτό το άτομο γιατί η ίδια γνώριζε ότι εγώ είχα πρόσβαση στον λογαριασμό της και θα έβλεπα αυτή τη μεταφορά των χρημάτων. Δεν ξέρω αν ο Στ. κατάφερε να την πείσει να μου πει κάποια δικαιολογία ή αν την έφεραν σε τέτοια κατάσταση που δεν ήταν σε θέση να καταλαβαίνει τι έκανε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το παιδί μου ήξερε ότι εγώ μπορούσα να δω τον λογαριασμό της και πως αν έβλεπα κάτι τέτοιο δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω έτσι χωρίς να την ρωτήσω και πως δεν θα μπορούσε να μου το δικαιολογήσει».