
Ο διάσημος σκύλος Chutou (ράτσας Μπόρντερ Κόλι), ο οποίος είχε 1,5 εκατομμύριο followers στο instagram, κλάπηκε και πουλήθηκε σε εστιατόριο κρέατος σκύλων όπου και σφαγιάστηκε.
Η τραγική αυτή είδηση έχει προκαλέσει τεράστιο κύμα οργής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της Κίνας, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για τα δικαιώματα των ζώων και τα κενά στη νομοθεσία της χώρας.
Στις 11 Μαΐου, ο ιδιοκτήτης του σκύλου και travel blogger, ονόματι Guo, βρισκόταν σε ταξίδι στη Γεωργία.
Είχε αφήσει τον Chutou στους γονείς του, στην επαρχία Χενάν της Κίνας.
Ο σκύλος χάθηκε από τα κτήματα της οικογένειας.
Κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν δύο αγνώστους να τον παίρνουν πάνω σε ένα ηλεκτρικό σκούτερ.
Ο Guo επέστρεψε εσπευσμένα στην Κίνα.
Στις 26 Μαΐου εντόπισε τον ύποπτο και του πρόσφερε αμοιβή 10.000 γιουάν (~$1.500) για να του επιστρέψει το ζώο.
Ο δράστης παραδέχτηκε ότι πούλησε τον σκύλο σε έναν έμπορο κρέατος για το εξευτελιστικό ποσό των 180 γιουάν (περίπου 23-25 ευρώ). Στη συνέχεια, ο Chutou κατέληξε σε εστιατόριο όπου σφαγιάστηκε και καταναλώθηκε.
Ο άνθρωπος που έκλεψε τον σκύλο αρνήθηκε να ζητήσει συγγνώμη. Δήλωσε προκλητικά στον ιδιοκτήτη:
«Ο σκύλος πέθανε, σταμάτα να κάνεις φασαρία. Δεν παραβίασα τον νόμο». Παράλληλα, όταν ο Guo πήγε στο εστιατόριο για να ζητήσει έστω το τρίχωμα ή τα υπολείμματα του κατοικίδιού του, ο χασάπης του απάντησε ψυχρά ότι «το τρίχωμα έχει πεταχτεί στα σκουπίδια εδώ και καιρό».
Το Νομικό Κενό στην Κίνα
Το περιστατικό αναδεικνύει τις σημαντικές ελλείψεις στο νομικό σύστημα της Κίνας σχετικά με τα ζώα συντροφιάς:
Στην Κίνα δεν υπάρχει εθνικός νόμος για την προστασία των κατοικίδιων ζώων από την κακοποίηση. Τα ζώα αντιμετωπίζονται νομικά ως προσωπική ιδιοκτησία.
Για να ασκηθεί ποινική δίωξη για κλοπή, η αξία του κλαπέντος αντικειμένου πρέπει να ξεπερνά τα 2.000 γιουάν. Ο Guo έχει καταθέσει έγγραφα στην αστυνομία που αποδεικνύουν την εμπορική αξία του διάσημου σκύλου, προκειμένου να κινηθεί ποινική διαδικασία.
Παρόλο που το 2020 οι σκύλοι αφαιρέθηκαν από τον επίσημο κατάλογο των κτηνοτροφικών ζώων και πόλεις όπως η Σεντζέν έχουν απαγορεύσει την κατανάλωσή τους, δεν υπάρχει καθολική, εθνική απαγόρευση στην Κίνα.

